Μου είπε η τύπισσα με τα χειροποίητα ρούχα, κοσμήματα και διακοσμήσεις, άλλο η μοναξιά κι άλλο η μοναχικότητα. Δεν καταλαβαίνω πάντα τη διαφορά αυτών των λέξεων, αν και κάποτε την είχα εξακριβώσει μέσα μου. Μετά είπε κάτι για δημιουργία και σκοτάδι, και συμφώνησα μαζί της, τα έλεγε ωραία και απλά, με αυτοπεποίθηση ανθρώπου που ξέρει τα πάντα για τη ζωή. Μου έπιασε τη κουβέντα πολύ άμεσα, αμέσως αφότου άρχισα να χαζεύω κάτι χειροποίητα μαγνητάκια. Ήμουν ήδη 3 μέρες στο νησί, μόνη μου, και είχα την εντύπωση ότι πολύ εύκολα θα μπορούσε να μου πιάσει την κουβέντα σχεδόν οποιοσδήποτε. Η γνωστή ιστορία μετά, πού μένεις, γιατί πήγες Ιταλία, στην Ιταλία κάτσε, μη γυρίσεις. Και μετά κάποια πράγματα για τη ζωή στη Ρόδο, πόσο ακριβά είναι όλα και πόσο σκλάβοι του τουρισμού αισθάνονται όλοι. Με κάθε της φράση, προσπαθούσα να επιβεβαιώσω οτι δεν θα ακούσω κάτι το οποίο θα με ξενερώσει. Αν έλεγε κάτι με το οποίο συμφωνώ, έπαιρνε πόντους και ταυτόχρονα έλεγα στον εαυτό μου, ότι δεν χρειάζεται να συμφωνείς με όλους, υποτίθεται τα έχεις λύσει αυτά τα ζητήματα καιρό τώρα. Χαιρετηθήκαμε κι έφυγα, ξέρω πως έχει όνειρο, ένα σπίτι μικρό στη Θεσσαλονίκη, δίπλα στα νοσοκομεία, να μην το πουλήσουν οι κόρες της, έτσι ώστε αν χρειαστούν ένα κρεβάτι να κοιμηθούν όταν αυτή θα βρεθεί στο νοσοκομείο σε μεγάλη ηλικία ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο, να είναι εύκολο και να μη ψάχνουν για άλλες λύσεις.
Παρατήρησα πολλούς ανθρώπους και σκέφτηκα να κρατήσω μια σημείωση για αυτούς που ήθελα κάτι να γράψω, αλλά δεν το έκανα ποτέ, και τους έχω ξεχάσει ήδη τους περισσότερους, αν όχι όλους. Θα το συνεχίσω χωροταξικά ίσως. Έφυγα και έψαξα για την κόκκινη πύλη της παλιάς πόλης. Μπήκα σε κάτι στενά που δεν είχα περπατήσει τις προηγούμενες μέρες. Είδα πολλά παιδιά γυμνασίου και λυκείου να περπατάνε σε παρέες γρήγορα και να γελάνε σχετικά με τη πρώτη μέρα στο σχολείο. Έτυχε να δω πολλές τέτοιες παρέες, χωρίς κανέναν άλλο στο στένο, και για πρώτη φορά αισθάνθηκα ότι είμαι μακριά από τους τουρίστες, και ότι μοιράστηκα λίγες στιγμές καθημερινότητας με παιδιά που θα μπορούσαν να είναι ακόμα και μαθητές μου, σε μια άλλη ζωή, όχι πολύ διαφορετική από αυτή. Μετά δύο φίλες, λίγο εύσωμες, μεσήλικες, μιλούσαν στη γλώσσα τους και περπατούσαν γρήγορα προς ένα κεντρικό στενό. Κι αυτές ντόπιες, με σφουγγαρίστρες και σκούπες στο χέρι. Τις ακολούθησα γιατί ήμουν σίγουρη θα με βγάλουν από το λαβύρινθο. Κι αυτές γελούσαν, σήμερα η πόλη έχει πολλούς ντόπιους με πολύ ενέργεια και ζωτικότητα. Θα μπορούσαν να είναι γνωστές μου, κι αυτές σε μια άλλη ζωή, όχι πολύ διαφορετική από αυτή, και να καθόμασταν να τρώγαμε, όπως τρώω με τη γειτόνισσα μου στην Ιταλία, που με προσκαλεί για μεσημεριανό και μου μιλάει για την ζωή της.
Μου μπήκε το μικρόβιο στο μυαλό και όποιον έβλεπα, σκεφτόμουν τί σχέση θα μπορούσα να έχω μαζί τους, σε μια άλλη ζωή. Και ήταν τόσο εύκολο να το κάνω που άρχισα κι εγώ να γελάω με αυτή τη χαζή ιδέα, που όμως έβγαζε πολύ εύκολα νόημα. Έκατσα σε ένα καφέ, γεμάτο από γονείς και μικρά παιδιά, κι αυτοί μετά από το σχολικό αγιασμό. Με έπιασε μια απογοήτευση αμέσως. Εδώ το εγχείρημα δεν πήγε και πολύ καλά, Ή μάλλον πήγε ακριβώς όπως έπρεπε να πάει. Το μάτι μου στάθηκε σε δύο φίλες μάλλον από την Αλβανία, η μια έχει και το παιδί της μαζί. Ήταν τόσο απορροφημένες στη συζήτηση τους, που είχαν γύρει τα σώματα τους προς τα μπροστά για να μπορούν να είναι όσο κοντά γίνεται η μια στην άλλη. Πρέπει να ήταν πολύ χαρούμενες που βγήκαν για καφέ μαζί, όσο περνούσε η ώρα, μίλαγαν στη δική τους γλώσσα, όλο και πιο γρήγορα και με ενθουσιασμό. Αν αισθάνονται μοναξιά ή μοναχικότητα σε μια ξένη χώρα, σε αυτό το καφέ είχαν η μια την άλλη και ήταν πιο χαρούμενες από ποτέ. Μετά θα πήγαιναν σπίτι, μάλλον θα μαγείρευαν για τα παιδιά και όλη την οικογένεια και θα είχαν ακόμα ένα χαμόγελο στα χείλη τους από το πόσο ωραία πέρασαν προηγουμένως. Θα έκαναν κάποιο αστείο με τα παιδιά τους και αυτά θα αισθάνονταν επίσης χαλαρά κι ευτυχισμένα που βλέπουν τη μαμά τους ζωηρή και με διάθεση για αστεία. Κι αυτό ήταν, καμία μοναξιά πια. Ή μοναχικότητα. Πάλι δεν βρίσκω το νόημα σε αυτές τις λέξεις. Δεν έχει σημασία, ακόμα κι αυτή η νοητική και σοβαρή προσπάθεια με κουράζει. Συνεχίζω το περπάτημα μόνη μου, γελώντας.
*Α.Τ
**πίνακας: Early Sunday Morning, (1930) του Edward Hopper
