Ναι, είναι η πρώτη φορά που κάνω tattoo. Το έχω σκεφτεί καλά ναι. Ξέρετε έχω ένα
σημάδι. Να εδώ στο αριστερό χέρι κάτω από τον αγκώνα. Πάνω σε αυτό θέλω να
χτυπήσουμε. Μπορούμε;
Είχα καεί με το ταψί όταν ήμουν έντεκα χρονών. Η μαμά είχε αφήσει το ταψί στον
πάγκο για να κρυώσει λίγο η πίτα και να μπορέσει να την κόψει. Μύριζε υπέροχα κι
ήθελα να φάω. Πλησίασα κρυφά και την ώρα που τσιμπούσα λίγο από την άκρη
μπήκε μέσα και με τσάκωσε. Τρόμαξα κι ακούμπησα το χέρι μου πάνω στο ταψί.
Πόνεσα πολύ όμως έσφιξα τα δόντια και δεν έκλαψα. Η μαμά φώναζε ήδη που πήγα
να χαλάσω την πίτα, δε γινόταν να με μαλώσει και για το κάψιμο. Ζήτησα συγγνώμη
με σκυμμένο το κεφάλι και έτρεξα στο μπάνιο να ρίξω παγωμένο νερό.
Τις επόμενες μέρες το κάψιμο είχε γίνει βαθιά πληγή και με έτσουζε. Σιγά σιγά
δημιουργήθηκε ένα καύκαλο. Το πείραζα συνέχεια με το χέρι μου. Όταν η κυρία με
σήκωνε στον πίνακα για να λύσω μια άσκηση στα μαθηματικά. Όταν ο μπαμπάς
γυρνούσε από τη δουλειά και με έβαζε να πω ξανά την ιστορία για να βεβαιωθεί ότι
την ξέρω άριστα κι ότι δε θα τον ρεζιλέψω την επόμενη μέρα. Όταν η συμμαθήτριά
μου η Ελένη με έστηνε στον τοίχο και με έλεγε ηλίθια και μου έπαιρνε το φαγητό από
τα χέρια και το έτρωγε αυτή.
Ένα απόγευμα είχα κολυμβητήριο. Στη διαδρομή για το κολυμβητήριο είχα πάντα
κοιλόπονο. Έπρεπε να φοράω αυτό το στενό σκουφάκι που μου πίεζε το κεφάλι κι
έκανε τα αυτιά μου να φαίνονται τεράστια κι ένα μαγιό που με έσφιγγε στην κοιλιά.
Ο μπαμπάς όμως επέμενε να πηγαίνω για να έχω ωραίο σώμα και για να αποκτήσω
αντοχή.
Εκείνο το απόγευμα, μετά την προπόνηση, πήγα στα αποδυτήρια να αλλάξω. Την
ώρα που έβγαζα το μαγιό μου μπήκε μέσα η προπονήτριά μας. Ήταν καινούρια, γύρω
στα τριάντα, ψηλή με φαρδιές πλάτες, πρώην αθλήτρια που σταμάτησε λόγω
τραυματισμού και έγινε προπονήτρια. «Κοίτα στηθάκι που έχει η μικρή μου», μου
είπε και τσίμπησε τις ρώγες μου. Εγώ τραβήχτηκα και ξαναφόρεσα το βρεγμένο
μαγιό μου. «Καλέ τι ντρέπεσαι. Κορίτσια είμαστε εμείς» συνέχισε. «Να, κοίτα το
κωλαράκι της Δημητρούλας σφιχτό σφιχτό», είπε κουνώντας το δεξί κωλομέρι της
συναθλήτριάς μου. Εκείνη έσκυψε το κεφάλι και πήγε προς την τουαλέτα.
Τράβηξα τα ρούχα μου από την κρεμάστρα, ντύθηκα γρήγορα και έτρεξα προς την
έξοδο, να βρω τους γονείς μου που θα με περίμεναν όπως πάντα στην ίδια θέση,
δίπλα από την είσοδο. Βγήκα στο parking όμως το αμάξι τους δεν ήταν εκεί.
Ξαναμπήκα μέσα και κοίταξα την ώρα στο μεγάλο κόκκινο ψηφιακό ρολόι πάνω από
τις κερκίδες. Είχαν αργήσει έξι λεπτά.
Ξαναβγήκα στο parking, ακούμπησα σε έναν τοίχο και περίμενα. Λίγο μετά βγήκε η
προπονήτρια και με ρώτησε αν είναι όλα καλά κι αν θέλω να με πάει σπίτι. Κούνησα
αρνητικά το κεφάλι μου κι εκείνη με πλησίασε και μου έδωσε μια ξυλιά στον πωπό
«Ήσουν πολύ καλή σήμερα. Μπράβο Αγγελικούλα», είπε και την είδα να
απομακρύνεται προς το αυτοκίνητό της.
Ξαφνικά είδα αίματα στο χέρι μου. Το καύκαλο είχε βγει και η πληγή αιμορραγούσε.
Εκείνη τη στιγμή άκουσα την κόρνα του μπαμπά μου. Έτρεξα στο αμάξι και δεν
έβγαλα άχνα σε όλη τη διαδρομή. Το αίμα είχε κάνει το μανίκι της μπλούζας μου κατακόκκινο.
Μόλις φτάσαμε σπίτι μπήκα αμέσως στην τουαλέτα, έβγαλα το
βρεγμένο μαγιό και πέταξα την μπλούζα στα σκουπίδια. Η μαμά ευτυχώς έλειπε.
Το επόμενο πρωί ξύπνησα με ουρολοίμωξη από το βρεγμένο μαγιό και η μαμά
πίστεψε πως φταίει η πισίνα και τα βρωμόνερά τους και μου απαγόρευσε να ξαναπάω
κολυμβητήριο.
Ένα δελφίνι που λέτε θέλω να χτυπήσουμε. Πάνω στο σημάδι. Μπορούμε;
*Χριστίνα Ραφτοπούλου
**φωτογραφία: Αυγερινός Τσαλίκης
