Για πού σαλπάρουμε;

Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, στα όνειρά της πάντα ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος. Ακόμα κι αν το όνειρο ήταν χαρούμενο, ο ήλιος θα ήταν κρυμμένος πίσω από παχιά σύννεφα, θα υπήρχε η εντύπωση ότι έχει λιγάκι ψύχρα και μπορεί καμιά φορά να ψιχάλιζε κιόλας. Κάποτε ένας ψυχαναλυτής, της είχε πει ότι αυτό ξεκάθαρα αντιπροσωπεύει την πατρική απουσία, την έλλειψη αντρικού προτύπου, τη δυσκολία πρόσβασης σε καθοδήγηση, μιας και σύμφωνα με την αρχετυπική θεωρία του Γιούνγκ ή κάποιου άλλου μεγάλου ψυχαναλοεπιστήμονα τέλος πάντων, ο πατέρας συμβολίζεται με τον ήλιο ή κάτι τέτοιο. Τι σημαίνει καν αυτό;

Σημασία έχει πως κάθε φορά που ξυπνούσε, αφού είχε δει το όνειρο με τον συννεφιασμένο, γκρι ουρανό, η επιδερμίδα της ήταν υγρή, όχι όμως ιδρωμένη, τα μαλλιά της κατσαρά από υγρασία και τα σεντόνια της νωπά, ενώ το δωμάτιο μύριζε κλεισούρα και αρχές μούχλας. Δεν είναι απορίας άξιο πώς απέκτησε το πρόβλημα με τη βρογχίτιδα. Στην αρχή έλεγε ότι είχε υγρασία το διαμέρισμα. Μετακόμισε πολλές φορές, πάντα σε σπίτια ευάερα και ευήλια, για να μη κινδυνεύει. Αλλά κάθε πρωί τα ίδια. Μύτη βουλωμένη, πιτζάμες να κολλάνε πάνω της. Μέχρι και αφυγραντήρα είχε αγοράσει. Ο κάδος κάθε μέρα γεμάτος μέχρι πάνω με νερό. Η υγρασία όμως υγρασία!
Προσπάθησε να τα βρει με τον πατέρα της. Τόσες σπουδές είχανε κάνει και οι ψυχολόγοι, κάτι παραπάνω θα ήξεραν. Δύσκολος άνθρωπος όντως, αλλά θα έκανε τα πάντα για να απαλλαγεί από αυτόν τον ουρανό και το μουσκίδι που τον ακολουθούσε. Τα είπανε, τα κουτσοκαταφέρανε, δεν του κρατούσε κακία, τον είχε αποδεχτεί με τα ελαττώματά του, αποφάσισε πως είχε κάνει χώρο στην καρδιά της για αυτόν και πως όλα πλέον θα κυλούσαν αρμονικά. Εκείνο το βράδυ έπεσε για ύπνο με ένα χαμόγελο στα χείλη, σίγουρη για τον εαυτό της.

Όμως όχι. Το στρώμα ήταν τόσο υγρό όταν ξύπνησε, που για μια στιγμή νόμισε πως είχε κατουρηθεί πάνω της. Το έψαξε και ιατρικά, μήπως υπήρχε κάποια πάθηση που είχε, ποιος ξέρει, μα όλες οι εξετάσεις ήταν καλές και οι γιατροί της επιβεβαίωναν πως ουδέποτε είχαν ακούσει κάτι παρόμοιο και σε καμία περίπτωση δεν ήταν κάποια δυσλειτουργία ιατρικής φύσεως.

Αφού η επιστήμη δεν δούλευε στην περίπτωσή της, δοκίμασε να κάνει μάγια. Επισκέφτηκε μάγισσες που της έδωσαν βοτάνια, φίλτρα, φυλαχτά, είπαν λόγια και φύσηξαν καπνούς στο πρόσωπό της, τραγούδησαν ξόρκια με ομοιοκαταληξία, την έβαλαν να χορέψει γύρω από μια φωτιά στο δάσος μια νύχτα με πανσέληνο και δεν επιτρεπόταν να φοράει τίποτα, ούτε καν το βρακί της. Όχι μόνο δεν έπιασαν οι μαγγανείες, αλλά της φαινόταν πως τα πράγματα γίνονταν ολοένα και χειρότερα.
Στα όνειρά της, όσο περνούσε ο καιρός, ο καιρός χαλούσε. Τα σύννεφα κρέμονταν ολοένα και πιο βαριά από τον ουρανό. Οι ψιχάλες γίνονταν μπουρίνι, καταιγίδα. Αστραπές βροντούσαν και ο άνεμος λυσσομανούσε. Έβρεχε τόσο, που κατέληγε να πλημμυρίζει, να γίνεται θάλασσα, ωκεανός ολόκληρος. Έψαχνε να βρει καταφύγιο, μα πάντα κατέληγε να κολυμπάει ανάμεσα σε καρχαρίες. Όταν ξυπνούσε τα μαλλιά της ήταν βρεγμένα λες και μόλις βγήκε από το ντουζ, οι πιτζάμες της ήταν μούσκεμα, ενώ πλέον κοιμόταν με πλαστικό κάλυμμα στο στρώμα, γιατί είχε πετάξει ήδη δύο που είχαν μουχλιάσει. Το ταβάνι στο υπνοδωμάτιο έσταζε κάθε πρωί παχιές σταγόνες, κατάλοιπα του ονείρου και οι γείτονες από πάνω άρχισαν να έχουν κι αυτοί πρόβλημα, νομίζοντας ότι έχουν σπάσει τα υδραυλικά τους.

Κάποτε παραιτήθηκε. Αποδέχτηκε τη μοίρα της και τον φουρτουνιασμένο ουρανό των ονείρων. Δεν έκανε ποτέ κάποια σχέση και δεν είχε περάσει ποτέ τη νύχτα να κοιμηθεί με άλλον άνθρωπο δίπλα της. Όσο μεγάλωνε όμως γινόταν καλύτερη στο κολύμπι. Στα όνειρά της, μπορούσε να κρατάει την ανάσα της για πολλή ώρα κάτω από το νερό. Και μαζί με τις άσπρες τρίχες στα μαλλιά της και τις ρυτίδες στις άκρες των ματιών της, ήρθαν και μικρά λέπια στα μπούτια της. Ακόμα και γριούλα που ήταν, στα όνειρά της μπορούσε να κολυμπάει χωρίς να κουράζεται, χωρίς να χρειαστεί να σταματήσει για να βρει την ανάσα της. Τα πρωινά, άνοιγε το παράθυρο και πετούσε τα νερά έξω με τους κουβάδες.

Θα πρέπει να ήταν πάνω από ενενήντα. Δεν μπορούσε να σηκωθεί πλέον από το κρεβάτι και μια γυναίκα ερχόταν καθημερινά για να τη βοηθήσει να ζήσει λίγο παραπάνω ταΐζοντας την και δίνοντάς της φάρμακα, και για να μαζέψει τα νερά με σφουγγαρίστρες και κουβάδες και για να απλώσει τα βρεγμένα στον ήλιο να στεγνώσουν.

Στα όνειρά της πλέον, είχε γίνει σωστός θαλασσόλυκος. Πετούσε πάνω από τα κύματα με το πειρατικό της καράβι. Στη μαύρη σημαία που φωτιζόταν κάθε φορά που άστραφτε ένας κεραυνός, μια νεκροκεφαλή, κι από πίσω ένα Χ με ψαροκόκαλα. Με τον άνεμο στα πανιά της και ένα μαχαίρι στα δόντια, στο τιμόνι του πλοίου, καθ’ οδόν προς μια μακρινή ακτή, που ποτέ της δεν έφτανε μέχρι να ξυπνήσει. Βερμούδες ή Ταϊλάνδη ή κάποιο αχαρτογράφητο νησί, πήγαινε, χωρίς να ξέρει για ποιο σκοπό ταξίδευε.

Ένα πρωινό, όταν η γυναίκα που την πρόσεχε άνοιξε την πόρτα του υπνοδωματίου της, ένα κύμα ξεπήδησε από το εσωτερικό. Το νερό είχε φτάσει μέχρι το ταβάνι και η γυναίκα παρασύρθηκε από την ορμή του και έπρεπε να κολυμπήσει, μέχρι το νερό να ξεχυθεί σε όλα τα δωμάτια και να στερέψει. Όταν κατάφερε να επιστρέψει στο υπνοδωμάτιο, δεν βρήκε εκείνην εκεί, παρά μόνο ένα μεγάλο πολύχρωμο κυπρίνο που πλατσούριζε σπασμωδικά πάνω στο πλαστικό στρώμα.

*Πάνος Κεραμεύς

**φωτογραφία: The Shipwreck (1805), J. M. W. Turner.

ΑΛΛΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Φυτό εσωτερικού χώρου

Ο Πόθος είναι φυτό εσωτερικού χώρου. Αναπτύσσεται ακόμη και σε...

Αγνώστου παραλήπτη

Ανορθόγραφα, ημικλινή τα συναισθήματα, γέρνουν απο την ελαφρότητα τους. Περιχαρακωμένη ενδοσκόπηση, ρηχός...

Τελευταίος ήλιος της άνοιξης

Τελευταίος ήλιος της άνοιξης πρωινός, κιόλας δυνατός, ακονισμένος Ήμασταν κάπου σε...

Το Δελφίνι

Ναι, είναι η πρώτη φορά που κάνω tattoo. Το...