Περσείδες

Ουρλιάζει. Κάθε βράδυ. Κάθε βράδυ εδώ και τρεις μέρες. Τρεις μέρες χωρίς μέιλ, συμπλήρωση εξέλ, κλήση για επείγουσα σύσκεψη. Τα πρωινά στην παραλία, όμως, πεταρίζει το δεξί του βλέφαρο. Χτυπά τον αντίχειρα στο ποτήρι του καφέ. Ξεροβήχει κι ας έχει σαράντα βαθμούς. Τις νύχτες, στριφογυρίζει στο κρεβάτι. Μουρμουρητά. Ουρλιαχτά. Προχτές έβλεπε πως τον έστειλαν στρατιώτη στο μέτωπο. Χτες πως επέστρεψε ξανά στο σχολείο. Τον σήκωσαν να πει μάθημα. «Φυσικά κι έχω διαβάσει» ψέλλισε μέσα από τα δόντια του. Έπειτα ούρλιαζε. «Τα ρούχα μου, πού πήγαν τα ρούχα μου». Τινάχτηκε όρθιος. Ψαχούλευε στα τυφλά το δωμάτιο. Με κοίταξε. Ξάπλωσε ξανά. Του χάιδεψα το κεφάλι. Μετά από λίγο ροχαλητά τράνταζαν το δωμάτιο. Το ίδιο και σήμερα. Το ροχαλητό δεν με πειράζει. Το έχω συνηθίσει. Ούτε οι ψίθυροι με ενοχλούν. Με νανουρίζουν. Με τον τρόπο τους. Τα ουρλιαχτά είναι χειρότερα. Αλλάζω πλευρό. Το ροχαλητό σταματά. «Σκύψε, να φυλαχτείς» ψιθυρίζει. Γυρίζω ξανά προς το μέρος του. Τον σκουντάω στο στήθος. Απαλά. Ρουθουνίζει. «Τη γάτα, κάνε το σύρσιμο της γάτας, αθόρυβα, αθόρυβα, μη σε δουν» μουρμουρίζει μέσα από τα δόντια του. Σηκώνομαι. Δεν ψάχνω τις παντόφλες στο σκοτάδι. Βγαίνω ξυπόλητος.

Τρεις παρά είκοσι. Ίσως το ρολόι της κουζίνας να χάνει μερικά λεπτά. Από τότε που σταματήσαμε να ερχόμαστε τα σαββατοκύριακα τον χειμώνα καμία ηλεκτρική συσκευή δεν λειτουργεί όπως παλιά. «Χωρίς αγάπη και φροντίδα γερνάνε τα σπίτια, σαν τους ανθρώπους κι αυτά, τι νομίζεις;», έλεγε η γιαγιά μου. Το ταψί από τα γεμιστά περιμένει στο νεροχύτη από το μεσημέρι. Μπόχα δυόσμου και μαϊντανού, λάδια, λιμνάζοντα νερά, λίγες φούσκες από σαπούνι. Το σύρμα κάνει την περισσότερη δουλειά. Ο θόρυβος από το τρίψιμο φτάνει και στο υπνοδωμάτιο. Δεν τον ξυπνά. Τα ουρλιαχτά του τον καλύπτουν. Όπως και το βόμβο του ψυγείου. «Σε φτάνουν, σε φτάνουν, τρέξε». Κοπανάω το ταψί στο στραγγιστήρι. Όπως ακριβώς κι η μάνα μου τα πρωινά της Κυριακής σαν ήμουν παιδί. Δεν έπιανε το κόλπο της. αρνιόμουν να σηκωθώ πριν τις έντεκα, εντεκάμιση. Ούτε τώρα λειτουργεί το σχέδιο. Ροχαλίζει ακόμα. Παίρνω την τελευταία μπύρα από το ψυγείο. Ξεκλειδώνω την εξώπορτα. Κοπανάω τα κλειδιά στο μπρελόκ. «Τις σφαίρες. Πρόσεχε τις σφαίρες», συνεχίζει.

Τα μελτέμια του Αυγούστου δεν σταματούν ούτε στις τρεις το χάραμα. Χτυπούν το δέρμα στο στέρνο, τους ώμους, τα μπράτσα μου. Δεν μπαίνω να πάρω μπλούζα. Ας μείνω με το σορτσάκι. Κάθομαι στην κούνια. Απλώνω τα πόδια. Τα μαζεύω. Τα απλώνω. Τα μαζεύω. Ανεβαίνω όλο και ψηλότερα. Τα σίδερά της τρίζουν. Δεν μειώνω φόρα. Όσο πιο ψηλά ανεβαίνω τόσο καλύτερα βλέπω τη γειτονιά. Το σπίτι στα δεξιά μας έρημο. Οι ιδιοκτήτες πεθαμένοι πριν πάω φαντάρος. Η ταμπέλα «Πωλείται» καρφωμένη ακόμη στη μάντρα στο πίσω οικόπεδο. Σιγά μην βρεθεί αγοραστής με την οικονομία σε αυτά τα χάλια. Μια σκιά στο μπροστινό οικόπεδο. Πλησιάζει στη μάντρα. Ο Πάνος. Με κοιτά. Στέκεται. Ανεβαίνω ξανά ψηλά. Με χαιρετάει. Στηλώνω τα πόδια στο χώμα. Σφίγγω τα χέρια στα σχοινιά της κούνιας. Δεν με πετά κάτω η φόρα. Πλησιάζω τον μαντρότοιχο.

«Πώς είσαι, Γιώργο;» με ρωτάει. Βάρυνε η φωνή του. Ή μήπως ήταν το ίδιο βαριά και την τελευταία φορά που την άκουσα, δεκαπέντε χρόνια πριν; Μεγάλωσε. Ή μήπως γέρασε; Ρυτίδες έκφρασης στο μέτωπο. Μερικές άσπρες τρίχες διάσπαρτες στα γένια. Αραίωση στα μαλλιά. Όταν ήταν έφηβος είχε αλογοουρά. Μπλούζες με death metal συγκροτήματα. Κόλλημα με τους Sabbath. Ξινή ανάσα. Φοβία για το αποσμητικό. Ίδρωνε από το ποδήλατο, το τρεχαλητό, τα παιχνίδια στην αλάνα. Η μυρωδιά σκότωνε κι άλογο. Μα εμένα δεν με πείραζε. Όλο το καλοκαίρι, κάθε μέρα, όλη μέρα μαζί. Για περίπου δέκα καλοκαίρια.

«Όλα καλά, Γιώργο; Ο Πάνος είμαι» ξαναλέει.

«Το ξέρω, μωρέ Πάνο. Όλα καλά, εσύ;».

«Τρεχάματα. Είπαμε να έρθουμε με τη γυναίκα μου, πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια στο χωριό. Ξέρεις, δεν μας έπαιρνε να πάμε κάπου αλλού διακοπές. Εδώ το σπίτι κάθεται. Κάθεται και σαπίζει και τώρα έχει βγάλει ένα σωρό προβλήματα. Τέλος πάντων. Κι εσύ εδώ διακοπές;»

«Εμείς ερχόμαστε λίγες μέρες κάθε καλοκαίρι».

«Μάλιστα». Κρατά μια σακούλα με μπλε σκόνη. Την περνά από το δεξί στο αριστερό χέρι. Τη ζυγίζει για κάνα δυο λεπτά. Την μεταφέρει ξανά στο δεξί. «Με εκείνον τον ψηλό». Ξεροβήχει. «Πώς τον είπαμε;»

«Χάρη. Με τον Χάρη, ναι».

Μια γάτα νιαουρίζει θυμωμένη κάπου μακριά. Μια άλλη της απαντά. Πιο δυνατά νιαουρητά σημαίνουν την έναρξη του γατοκαβγά. Σπάνε τη σιωπή ανάμεσά μας.

«Μια χαρά, λοιπόν». Αλλάζει ξανά τη σακούλα από το ένα χέρι στο άλλο.

«Τι είναι αυτό;».

«Αυτό; Ποντικοφάρμακο. Το οικόπεδο είναι γεμάτο αρουραίους. Ένας έκοβε βόλτες στη βεράντα. Βρήκαμε έναν άλλον μέσα στο σπίτι, στο ντουλάπι κάτω από το νεροχύτη. Η Λία κόντεψε να τρελαθεί. Δεν άκουσες τα ουρλιαχτά;»

«Όχι».

«Ίσως ήσουν στη θάλασσα. Με τον ψηλό. Η Λία με έβαλε να πάρω πέντε κιλά ποντικοφάρμακο. Δεν θα ησυχάσει αν δεν σκοτώσουμε όλους τους αρουραίους σε έκταση δέκα χιλιομέτρων. Δεν την αδικώ. Κι εγώ τους σιχαίνομαι. Με τα μικροσκοπικά τους μάτια κι εκείνα τα μυτερά αυτιά. Άσε που πολλαπλασιάζονται τόσο γρήγορα που έναν σκοτώνεις, δέκα ξεπηδούν στη θέση του με τα μουστάκια και τις ρόζ μύτες. Αηδιάζω, καταλαβαίνεις;».

«Κατάλαβα». Το φως του δρόμου είναι ακριβώς δίπλα στη μάντρα του οικοπέδου του. Ξερά αγριόχορτα. Μαραμένα λουλούδια. Μια συκιά φορτωμένη καρπούς. Δυο νεκρές από χρόνια πορτοκαλιές.

«Θα τα κόψω τα δέντρα. Και τους θάμνους. Μην αγχώνεσαι, δεν θα καούμε αν τυχόν έρθει καμιά πυρκαγιά προς τα εδώ. Θεός φυλάξει, βέβαια. Ξέρεις, απορώ πως την έχουμε γλιτώσει τόσα χρόνια, δεν νομίζεις;». Βυθίζει τη δεξιά χούφτα στη σακούλα. Παίρνει μια μεγάλη δόση μπλε σκόνης. Την πασπαλίζει το χώμα.

«Ναι. Σίγουρα είμαστε τυχεροί που δεν έχουν γίνει κάρβουνο τα σπίτια μας».

Μένουμε αμίλητοι. Αλλάζει ξανά τη σακούλα από χέρι σε χέρι. Οι γάτες τσακώνονται ακόμα. Τα νιαουρίσματα όμως ακούγονται από πιο μακριά. Ο Πάνος στρέφει το κεφάλι προς τον ουρανό. «Είπαν πως σήμερα θα έχει τις Περσείδες μα δεν έχω δει κανένα πεφταστέρι τόση ώρα».

«Αλήθεια; Δεν άκουσα κάτι» σηκώνω κι εγώ το βλέμμα. Σαρώνω αστέρια και δορυφόρους. Όλα γνώριμα. Καμία έκπληξη απόψε.

«Θυμάσαι ένα καλοκαίρι πριν καμιά εικοσιπενταριά χρόνια; Πρέπει να ήμασταν δέκα, έντεκα χρονών, όχι παραπάνω. Είχαμε απλώσει κουβέρτες και παλιά παπλώματα στην ταράτσα μου και χαζεύαμε τις Περσείδες, όλη νύχτα, μέχρι την ανατολή».

«Θυμάμαι, ναι. Η μάνα μου ούρλιαζε πως θα πουντιάζαμε. Αύγουστο μήνα».

«Ναι, ναι, σωστά. Κι η δικιά μου τα ίδια έλεγε, αλλά τις γράψαμε τελείως. Αλήθεια, τι κάνει η μάνα σου;»

«Καλά. Γερνάει. Η δικιά σου;»

«Τη χάσαμε. Πρόπερσι».

«Λυπάμαι πολύ, Πάνο».

«Σε ευχαριστώ. Καλύτερα που έφυγε όμως. Ήταν πολύ άρρωστη. Ξεκουράστηκε».

Κοιτάζω ξανά τον ουρανό. Η μεγάλη άρκτος έχει μετατοπιστεί από τις αρχές του καλοκαιριού. «Όσο αλλάζει θέση, τόσο πιο κοντά είμαστε στο τέλος του καλοκαιριού» μου είπε ο Χάρης το πρώτο βράδυ των διακοπών μας. Ένιωσα σαν να ανακάλυπτα μια χαμένη από χρόνια γνώση κι ας παρατηρούσα κάθε χρόνο. Κανένα πεφταστέρι ακόμα. Ίσως ο Χάρης θέλει να δει τις Περσείδες. Ίσως γλιτώσει μερικούς εφιάλτες αν τον ξυπνήσω.

«Ξέρεις, Γιώργο, ήθελα να σου ζητήσω συγγνώμη για τότε. Δεν έπρεπε να αντιδράσω έτσι τότε. Ήταν άλλες εποχές. Πιο οπισθοδρομικές. Όχι όπως σήμερα. Όμως δεν έπρεπε να σταματήσω να σου μιλάω. Το έχω σκεφτεί πολλές φορές, ξέρεις. Ήμασταν όμως παιδιά. Παρόλο που είχαμε κλείσει τα δεκαπέντε. Ήμασταν ακόμα παιδιά. Δεν ξέραμε πώς να φερθούμε, πώς να μιλήσουμε, εγώ τουλάχιστον και»

«Μην το σκέφτεσαι. Όλα καλά».

«Είσαι ψυχάρα. Να κανονίσουμε να πιούμε και κάναν καφέ. Να γνωριστεί και η Λία με τον ψηλό, τον, πώς τον είπαμε;».

«Χάρη».

«Ναι, σωστά. Με τον Χάρη. Κρίμα να είμαστε γείτονες και να μην μιλάμε».

«Σωστά».

«Θα επιστρέψω τώρα. Αν ξυπνήσει η Λία και δεν με δει δίπλα της θα φρικάρει. Καλό βράδυ».

«Καλό βράδυ».

Απομακρύνεται, ρίχνοντας μπλε σκόνη δεξιά κι αριστερά του. Οι κόκκοι σκορπίζονται από τον άνεμο πριν προσγειωθούν στο χώμα. Χαζεύω ξανά τον ουρανό. Ένα πεφταστέρι σκίζει τον ορίζοντα στα δεξιά. Αφήνει μια κόκκινη ουρά πίσω του. Χάνεται στο τίποτα. Περπατώ προς το σπίτι. Ο Χάρης χυμένος στο κρεβάτι μπρούμυτα. Ψιθυρίζει μέσα από τα δόντια. Τον χαϊδεύω στο στήθος. Απαλά. «Χάρη, σήκω. Να προλάβουμε να δούμε τις Περσείδες. Σε λίγο ξημερώνει».

*φωτογραφία: Αυγερινός Τσαλίκης

ΑΛΛΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Πεθαίνουν οι θρύλοι, μωρή;

Πέθανε, είπαν. Πεθαίνουν οι θρύλοι, μωρή; Θα το έσκασε...

Απέναντι

Έβηξε δυνατά, γεύτηκε αίμα να ανεβαίνει από το λάρυγγα...

τράκα

Θα μπορούσε να έχει πεθάνει. Ίσως να ήταν καλύτερα...

Ακαζού

Πρώτα τη μετέφεραν με το ασθενοφόρο, έπειτα με τη...