Λευτέρης Χονδρός, Έξι ποιήματα

Ι.

στην αρχή ο χρόνος σε ύψος μηδέν
σώματα ανυπόστατα πρώτα χαλάσματα

αδρό σκοτάδι του σύμπαντος και πέρατα ασαφή
φεγγάρια το πρώτο φως καταπίνουν

επιβάλλοντας τάξη στο Όλον

σορός του παλιού
εκεί που αντίκρισα ινκόγκνιτο το ιοβόλο φίδι
εκεί που με πέταξαν στο κατ’ εικόνα

έχτισα το καλύβι μου
η βροχή ακόμη καυτή
η ψυχή προς τ’ άπιαστα

κι ήρθε τότε
το κορίτσι των λουλουδιών
η γυναίκα της δίδυμης φλόγας

μέρες μικρές χαμένες
τερέβινθος μαστίχα και ίχνη

να φορώ το λευκό παντελόνι
σαν χώρες ολόκληρες πάνω μου
στα πιο σκοτεινά της ύπαρξης

μόνοι θα βγούμε απ’ τον κόσμο
μόνοι θα τον ξαναπλάσουμε

 

ΙΙ.

σαν ένα μήλο σαπισμένο

σαν ένα φύλλο του χειμώνα

μιλώ απ’ αύριο σ’ επαύριον

για κάποιο χτες

και πώς το φέραν οι καιροί

στο αγαπημένο μου δεντρί

να μην ξανανέβω

 

ΙΙΙ.

τα λόγια μου τα έγραψα

πάνω στην άσπρη πέτρα

όχι πολύ μακριά απ’ του χειμάρρου

τα ψηλά καλάμια

που λες εδώ η ζωή μόνο βιώνεται

αλλά ούτε τόσο κοντά ώστε να

δεχθείς τον χρόνο και την αλλαγή του

τέτοια λόγια είπα πολλά

η σκάλα δεν έχει άλλο πια μονοπάτι

μόνο στο τέλος βλέπεις

αυτούς που φύγατε μαζί ή αυτούς

που τώρα αρχινούν να κατεβαίνουν

 

ΙV.

τώρα οι ψυχές κουνιούνται εκκρεμείς

χορεύοντας σαν άστρα που πέσανε τάχα

αλίμονο αν τάχα μου υπήρξαμε κι εμείς

αλίμονο αν τη ζωή τη ζούμε μια μονάχα

 

V.

πριν απ’ όλα το χάος

και το χρυσάφι

σαν σε νερό μέσα με ασήμαντο βάρος

τους μεγαλύτερους θησαυρούς

τους γνώρισα κοιτώντας

μάτια που με πρόδωσαν

τώρα φτύνω τη θλίψη και παίρνω

μίαν ευτυχία εξουθενωτική

αλλά πού ξες

ίσως κανένας δεν γαλήνευσε ποτέ

πρώτο μες στην φθορά το σώμα

ξεθωριάζει σαν σε ασημαντότητα

έπειτα λίγο θαλασσινό νερό

και επειδή

ήταν το μόνο που είχες είπες

να το αναμίξεις με χώμα

πρέπει να αγνάντευε μέσα μου η αγιοσύνη

δεν εξηγείται αλλιώς

αφού από παιδί ακόμα κλεινόμουν

σαν σε παράθυρο

και έπαιζα με τη θέα

κηρύττω μέσα μου λοιπόν

έναν τρωικό πόλεμο

έτσι για να ‘χω κι εγώ μια ωραία Ελένη

να λέει το πάτερ ημών προτού πεθάνει

 

VI.

με προσκάλεσες νόμιμα

να σ’ απλώσω το χέρι

και μου κοντοστάθηκες

με ένα βλέμμα εξουσιοδοτικό

μα ποια είσαι

πλέον ο τρόπος ν’ αγαπάς είναι ένας

να σιωπάς

με προέτρεψες να ηγηθώ μια επανάσταση 

που πενθεί το ίδιο της το δίκιο

λοιπόν κατηγόρησέ με για απείθεια

δεσποινίς ωραία

κι άσε με τουλάχιστο

να βρω ικανό της αγάπης δικηγόρο

*πίνακας:τοπίο (μετά το 1900), του Odilon Redon

ΑΛΛΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Χύτρες ταχύτητας

στον Carlo Petrini Πόσες καρδιές χωράνε σ’ ένα πιάτο Μικρές μπουκιές απελπισίας Κολυμπούν...

Red Gate – Ρόδος

Μου είπε η τύπισσα με τα χειροποίητα ρούχα, κοσμήματα...

Στον αέρα

Ο ήλιος παίρνει να δύει. Ο ουρανός χρωματίζεται με...

13 Αυγούστου

Διάβασα για κάτι Αύγουστους στην άδεια Αθήνα και θυμήθηκα...