Ο ήλιος παίρνει να δύει. Ο ουρανός χρωματίζεται με την παλέτα του κόκκινου. Τα σύννεφα ξεκινούν ροζ στις άκρες, αλλάζουν σε πορτοκαλί και καταλήγουν βαθύ κόκκινο στο κέντρο τους, καθώς χρυσές αχτίδες ήλιου τα σκίζουν στα δύο και φτάνουν μέχρι το βρεγμένο χώμα. Ναι, αυτή τη ρομαντική περιγραφή του ορίζοντα θα ήθελα να κάνω – εγώ όμως βρίσκομαι στο αεροπλάνο, δεμένη με τη ζώνη ασφαλείας και το μόνο που πραγματικά βλέπω είναι οι ρόδες που τρέχουν στο διάδρομο απογείωσης κι ένα φτερό που ελπίζω να μείνει στη θέση του σε όλη την πτήση. Εγώ κλείνω το παράθυρο κι η αεροσυνοδός το ανοίγει – μα ποιος θέλει να δει την καταστροφή να έρχεται; Με ρωτάει αν προτιμώ να αλλάξω θέση και να πάρω μία εξωτερική σε έξοδο κινδύνου, με την προϋπόθεση ότι θα βοηθήσω σε περίπτωση εκκένωσης του αεροσκάφους – φυσικά, της λέω και μάλιστα θα αποχωρήσω εγώ πρώτη! Τελικά με αφήνει στη θέση μου και περνάει άλλες δύο φορές για να ελέγξει το παράθυρο. Στην επίδειξη ασφαλείας επαναλαμβάνω κι εγώ μαζί με την αεροσυνοδό. Το αεροσκάφος προχωράει και προχωράει και διανύουμε χιλιόμετρα μέσα στα χωράφια μέχρι να το πάρει επιτέλους απόφαση να μπει στην τελική ευθεία. Παίρνει θέση, αυξάνει βασανιστικά την ταχύτητα και τελικά αρχίζει να υψώνεται στον αέρα. Σφίγγω τα χέρια μου στο κάθισμα. Οι παλάμες μου ιδρώνουν. Αναπνέω γρήγορα. Θέλω να κάνω εμετό. Το στομάχι μου είναι κόμπος και τα πλευρά μου πιέζουν τη σπονδυλική μου στήλη. Κλείνω τα μάτια και ξεκινάω να απαγγέλω διαλογιστικά mandras για πνευματική ηρεμία. Σκέφτομαι τον εαυτό μου να κολυμπάει σε ήρεμα, καταγάλανα νερά.
Είμαστε στον αέρα και είναι πια αργά για να κατέβω. Αγκαλιάζω το στάδιο της αποδοχής, όπως το ονομάζει ο ψυχοθεραπευτής μου και χαζεύω τα κοκκινοπορτοκαλομωβ σύννεφα. Κάτω από τα σύννεφα, φαίνονται τα σπίτια. Όλο και πιο μακρινά. Όλο και πιο μικρά. Κάπου εκεί είναι και το δικό μου σπίτι. Εγώ είμαι εδώ πάνω στα σύννεφα και το σπίτι μου είναι εκεί κάτω στη γη. Βαθιά ανάσα, εισπνοή σε δύο χρόνους, εκπνοή σε δύο χρόνους. Τρεις επαναλήψεις. Μερικές θέσεις πίσω μου ένα μωρό κλαίει με παράπονο. Ξέρω ακριβώς πώς νιώθει. Του λείπει η κούνια του όσο μου λείπει το κρεβάτι μου. Μια παρέα φοιτητών καταλαμβάνει τις θέσεις διαγώνια μου και κανονίζει το πρόγραμμα των διακοπών της. Ωραία ηλικία, γεμάτη αισιοδοξία. Το ζευγάρι που κάθεται ακριβώς πίσω μου διαπληκτίζεται για το αν ξέχασαν ή όχι ανοιχτό τον θερμοσίφωνα και αποφασίζουν να καλέσουν κάποιον να πάει στο σπίτι τους αμέσως μόλις προσγειωθούμε. Δίπλα μου η θέση είναι κενή, γεγονός που μου αφήνει πολύ ελεύθερο χώρο – όποιος κι αν είσαι, σε ευχαριστώ που δεν ήρθες. Μετά από λίγη ώρα κι εφόσον είμαστε όλοι καλά, αρχίζουν να μοιράζουν το φαγητό. Φυσικά έχω ζητήσει ειδικό μενού, για να μου το φέρουν στην αρχή και να έχω τελειώσει όταν οι άλλοι ξεκινάνε. Έτσι θα πάω και πρώτη τουαλέτα και δε θα χρειαστεί να περιμένω στην ουρά, ούτε να βγάλω τη ζώνη για ένα λεπτό παραπάνω από όσο χρειάζεται. Ανοίγω τις συσκευασίες διαδοχικά και συσκευάζω ξανά ό,τι καταναλώνω – έτσι ώστε αν υπάρξει αναταραχή, να υπάρχει μόνο ένα ανοιχτό είδος με κίνδυνο να πέσει πάνω μου. Βάζω το νερό στο άδειο τραπεζάκι της διπλανής θέσης. Ξεδιπλώνω κι ένα υγρό μαντηλάκι να είναι εύκαιρο και ξεκινάω. Ο ψυχοθεραπευτής μου, ψιθυρίζει νοητά στο δεξί μου αυτί: ‘’πέντε πράγματα που μπορείς να δεις, τέσσερα πράγματα που μπορείς να ακούσεις, τρία πράγματα που μπορείς να αγγίξεις, δύο πράγματα που μπορείς να μυρίσεις, ένα πράγμα που μπορείς να γευτείς’’. Το’ χουμε.
Κόβω το ψωμάκι στη μέση και το αλείφω με βούτυρο και μαρμελάδα. Το ποτήρι με το νερό πηδάει στον αέρα και προσγειώνεται στην αγκαλιά μου. Στο δεξί μου χέρι κρατάω το ψωμάκι έτοιμη να το δαγκώσω – αντ’ αυτού, μου δίνω ένα χαστούκι και γεμίζουν με βούτυρο τα ρουθούνια μου. Ίσα που προλαβαίνω να πιάσω το υγρό μαντηλάκι όταν νιώθω τα πνευμόνια μου να κολλάνε στην πλάτη. Το αεροπλάνο κάνει μια βουτιά στο κενό. Με μια κίνηση πετάω κάτω το δίσκο με το φαγητό. Παλεύω να κλείσω το τραπεζάκι που χτυπιέται με δύναμη. Ξέρω όλη τη διαδικασία κατά γράμμα, περιμένω την κίτρινη μάσκα οξυγόνου να πέσει για να τη φορέσω. Τα κουμπιά πάνω από το κεφάλι μου είναι φωτεινά κόκκινα. Το φτερό τρέμει έτοιμο να ξεκολλήσει. Οι αεροσυνοδοί φωνάζουν να μείνουμε ψύχραιμοι. Το αεροσκάφος ξαναπαίρνει ύψος και μετά βουτάει ξανά, πιο βαθιά τώρα. Κρατάω με το ένα χέρι το τραπεζάκι και πέφτω μπροστά. Το μωρό ουρλιάζει σπαρακτικά. Βάζω το άλλο χέρι πάνω από το κεφάλι μου. Η αισιόδοξη παρέα των φοιτητών είναι σε πανικό. Το ζευγάρι έχει σταματήσει να μαλώνει, εκείνη ρουφάει τη μύτη της, εκείνον δεν τον ακούω. Ο ουρανός είναι βαθύ μπλε. Εισπνέω από τη μύτη σε τέσσερις χρόνους, κρατάω τον αέρα τέσσερα δευτερόλεπτα, εκπνέω από το στόμα σε τέσσερις χρόνους. Χάνω το μέτρημα και ξαναρχίζω. Τουλάχιστον προσπαθώ. Δε θέλω να κλάψω, δε θέλω να προσευχηθώ, θέλω μόνο να κλείσω το τραπεζάκι. Το κόκκινο σωσίβιο μου είναι κάτω από το κάθισμα. Τεντώνω το χέρι και δεν το φτάνω. Με μια γρήγορη κίνηση, αφήνω το τραπεζάκι και βουτάω για το σωσίβιο, το πιάνω και σηκώνομαι ξανά γρήγορα και τότε, χτυπάω με δύναμη το κεφάλι μου στο τραπεζάκι. Αφήνω το κεφάλι μου να ξεκουραστεί στα γόνατα μου. Η όραση μου είναι θολή. Βλέπω μικρές πράσινες και κόκκινες κουκίδες να χορεύουν. Στο κέντρο ένα φωτεινό πορτοκαλί ημικύκλιο κινείται ρυθμικά. Το τραπεζάκι στέκει αήττητο.
Ξυπνάω με τρομερό πονοκέφαλο. Τρέχω στο μπάνιο κι αδειάζω το στομάχι μου στον νιπτήρα. Πίνω λίγο νερό. Ανοίγω το ντουλάπι και παίρνω ένα πορτοκαλί χάπι για τον πόνο. Διαλέγω κι ένα ροζ χάπι για σιγουριά. Σέρνω τα βήματα μου στην κουζίνα. Η τηλεόραση παίζει. Τα αυτιά μου βουίζουν. Διαβάζω με δυσκολία τους υπότιτλους: ‘’Αεροπορική τραγωδία με όλο το πλήρωμα και τους επιβάτες νεκρούς στην πτήση…’’ Πιάνω το κεφάλι μου στο σημείο του πόνου. Είναι ζεστό και το χέρι μου κολλάει στα μαλλιά μου.
*Βασιλεία Σφήκα
**πίνακας: Μοναχός στην θάλασσα (Der Mönch am Meer), 1808-10, του Caspar David Friedrich
