Στον κόκκινο βράχο

«Η πραγματικότητα μπορεί να καταστρέψει το όνειρο.
Γιατί να μην μπορεί και το όνειρο να καταστρέψει την πραγματικότητα;»
George Moore
(1852-1933)

Σκάβει τώρα. Σκάβει με το πρώτο φως του ήλιου, σαν να μην υπάρχει αύριο. Σκάβει τα υγρά χώματα της παραλίας κάτω απ’ τον κόκκινο βράχο. Εκεί κρύβεται λέει ο θησαυρός. Και θα τον ανακαλύψει γιατί πιστεύει στα όνειρα. Θα τον ανακαλύψει γιατί τα όνειρά του βγαίνουν αληθινά. Με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο τα όνειρά του βγαίνουν αληθινά. Σχεδόν πάντοτε. Θα τον βρει τον θησαυρό, θα τις βρει τις χρυσές λίρες. Είναι σίγουρος.

Σκάβει τα υγρά χώματα της παραλίας κάτω απ’ τον κόκκινο βράχο. Εκεί την είδε να τον καθοδηγεί. Εκεί την είδε να στέκεται, το χθεσινό βράδυ. Όχι, δεν ήταν εφιάλτης. Ένα γλυκό όνειρο ήταν. Είχε ρίξει λέει τα δίχτυα του, ψάρευε στην θάλασσα του κόκκινου βράχου, όταν την είδε να του γνέφει απ’ την ακτή. Το κύμα την είχε φέρει στην αμμουδιά μόνο και μόνο για να τον οδηγήσει στον θησαυρό που ήταν θαμμένος. Εκείνη, η γοργόνα με τα γαλάζια μάτια, του είχε δείξει το δρόμο για τις χρυσές λίρες.

Σκάβει τα χώματα του νησιού που τον γέννησε. Οι γλάροι σκίζουν τον αέρα με φτερά τους, σκίζουν τη σιωπή με το κρώξιμό τους κι εκείνος συνεχίζει να σκάβει. Το κύμα βρέχει τις γάμπες του κι εκείνος συνεχίζει να σκάβει. Σκάβει όλο και πιο βαθιά, ώσπου… Καβούρια βγαίνουν στην επιφάνεια… Καβούρια περπατούν στα πόδια του κι αρχίζουν να τον δαγκώνουν… Ματώνει, μα συνεχίζει να σκάβει. Σκάβει τα υγρά χώματα της παραλίας κάτω απ’ τον κόκκινο βράχο.

Σκάβει όλο και πιο βαθιά για να βρει αυτό που του έταξε η γοργόνα με τα γαλάζια μάτια. Σκάβει και… Κρακ. Να σου που αρχίζει να βρίσκει. Βρίσκει ένα μεγάλο κόκαλο. Σαν από χέρι ανθρώπινο μοιάζει να είναι, μα συνεχίζει να σκάβει… Σκάβει και κρακ. Ένα ακόμη οστό, ένα ακόμη ανθρώπινο χέρι αποκαλύπτεται. Δεν σταματά όμως. Σκάβει. Σκάβει και βρίσκει… Βρίσκει ένα κρανίο. Άντρας; Γυναίκα; Σίγουρα άνθρωπος.
Σκάβει τώρα, μα ποιος ξέρει γιατί συνεχίζει να σκάβει; Σκάβει κι αυτό που θα βρει θα τον αφήσει άναυδο. Κάτω απ’ το κεφάλι, κάτω απ’ τα δύο χέρια βρίσκει… Βρίσκει ένα τεράστιο ακτινωτό ψαροκόκαλο… βρίσκει τη ραχοκοκαλιά ψαριού ενάμιση μέτρου… Σκάβει ακόμη, μα… Το χώμα υποχωρεί κι ο λάκκος τον καταπίνει. Βρίσκεται τώρα μέσα στη γη, αγκαλιά με τα οστά μιας ολόκληρης γοργόνας! Ήταν άραγε γαλάζια τα μάτια της κάποτε;

*Λεωνίδας Βουρδονικόλας

**πίνακας: A Mermaid, (1900) του John William

ΑΛΛΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

αγαθοεργία · ταχτάρισμα

αγαθοεργία στο περίγραμμα της αγάπης που μας ένωσε αφήνω τους παρείσακτους...

Χύτρες ταχύτητας

στον Carlo Petrini Πόσες καρδιές χωράνε σ’ ένα πιάτο Μικρές μπουκιές απελπισίας Κολυμπούν...

Λευτέρης Χονδρός, Έξι ποιήματα

Ι. στην αρχή ο χρόνος σε ύψος μηδέν σώματα ανυπόστατα πρώτα...

Red Gate – Ρόδος

Μου είπε η τύπισσα με τα χειροποίητα ρούχα, κοσμήματα...