[οξύ κι’ αλόη]
«Κοίτα, δεν θα πάει κάπου αυτό. Αν δηλαδή δεν θέλεις να με δεις να γεννάω τα παιδιά μας, να βάζω υαλουρονικό στις ρυτίδες σου και να με ξεσκατίζεις, δεν πάμε πουθενά. Δεν φταις εσύ, έτσι είμαι, βλέπεις εγώ έχω φτιαχτεί για να ερωτεύομαι και μόνο, πώς άλλοι άνθρωποι χρειάζονται το νερό και την τροφή, εγώ έχω τον έρωτα, μου είναι το απαραίτητο αμινοξύ για να βγει η μέρα ρε παιδί μου, αλλιώς είμαι και δεν είμαι, παραπαίω. Όχι το σεξ, αυτό δεν με νοιάζει τόσο, μπορώ και μήνες που λέει ο λόγος, σαν κάκτος, άσε που αν κάνω σεξ που μοιάζει με έρωτα μα δεν είναι, κολλάει όλο μου το σύστημα, μετά χρειάζομαι reboot. Για αυτό τα αποφεύγω τα τυχαία γαμήσια, είδες και με εσένα χθες γυάλιζε το μάτι μου, ήρεμα ήθελες να το πας εσύ και εγώ σε γκάζωνα, δεν υπάρχει μέση κατάσταση καλέ μου. Να είσαι καλά, ήσουν υπέροχος, αλλά δεν θα πάει κάπου όλο αυτό, το μεταξύ μας».
Αυτά ήθελα να πω.
Αντ’ αυτού, δεν είπα τίποτα όταν εσύ με αγκάλιασες, προσβάλλοντας με παράλληλα με ένα «εις το επανιδείν», δεν προσπάθησα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου και μετά ούτε που γύρισα να σε ψάξω πάνω απ’ τον ώμο μου, μόνο ανέβηκα στο πούλμαν και έκατσα στη θέση 48 – διάδρομος – και ετοιμάστηκα για μια ψυχρολουσία δίχως καν την συντροφιά ενός παραθύρου.
Σε ερωτεύτηκα μέσα σε σαράντα εννιά ώρες και εσύ με βρήκες «υπέροχο άνθρωπο».
Τέσσερις ώρες. Και άλλες τέσσερις, οκτώ. Ύστερα άλλες δώδεκα. Ταξί, λεωφορεία, πλοία και ενώ είμαστε τοποθετημένοι αντικριστά μας χωρίζει ένα Αιγαίο και ολόκληρες οι ζωές που έχουμε περάσει μέχρι να συναντηθούμε.
Έκανα το οδοιπορικό – ατέλειωτος ο δρόμος μου για σένα – και τώρα φεύγω κάπως βιαστικά, όπως μπαίνουν και τα καλοκαίρια, βιαστικά και ατσούμπαλα ενώ εσύ αιωρείσαι γύρω μου με χάρη. [...]
saligari.net/peza/oksi_ki_aloi/
φιλοξενία στο καβούκι
*Ελπίδα Ανδρεάδη
**πίνακας: ”Closed Eyes” (1890) του Odilon Redon.
... περισσότεραλιγότερα