Στην Κρήτη εν έτει 445 π.Χ.

Ένα σαρκοβόρο βιολί

χορδές εκ χορδών μοναδικών ·

λιωμένα κεριά κατούρησαν στη γωνιά του ουρανού

και τα άστρα μεθυσμένα…

 

Τα χείλη κόκκινα από αίμα ,

οι σελίδες μάτωσαν από το κοίταγμα των ρολογιών ·

ένα ρημαγμένο πιάνο

άσπρα πλήκτρα, απαστράπτοντα, ευθυτενή ,

ο ελέφαντας ριγεί απ’ το σπέρμα της πηγής

πέρασε η ώρα.

 

Σκατά στο τέλος και σιωπή, και λούλουδα ,

θλίψη που θλίβει τους ουρανούς και θάλασσες θολώνει,

ένα κοχύλι για μια ιδέα, ανείπωτη και στραγγαλισμένη μέσ της ενοχής το ψεύδος αναζητώντας

 

– κανένα πρόβλημα, χαρά μου – .

 

 

Κ’άπειρος

ΑΛΛΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Μιχάλης Αντωνιάδης, Δύο ποιήματα

Πόλη, σε βλέπω Σ’ αυτήν την πόλη που δεν ξέρω...

Μπάμπουσκα

Ταξίδευαν τα μάτια και τα αυτιά μου Ο φλοιός του...

«Εδώ στεκόμασταν πολύ»

Στο ντοκιμαντέρ Πικροδάφνες (2021), η Πάολα Ρεβενιώτη ξαναβρίσκεται με...

Γιώργος Ματαλλιωτάκης: Έξι ποιήματα

ΕΙΣΒΟΛΕΙΣ Οι λύκοι μπήκαν στο σπίτι. Ήχοι από σπασμένα πιάτα στην...