Στο ποίημα αυτό το μικρό
θα κάνω ό,τι θέλω εγώ
του βάζω άμα θέλω κολόνια
διορθώνω ξανά μια εικόνα
εξάντλησα τον λυρισμό
και πάω γυμνός στον χαμό
κι αφού όλα δείχνουν πως πρέπει
κοιτιέμαι λοιπόν στον καθρέφτη
στους στίχους αυτούς...
τι με κοιτάς;
το διάβασες το ποίημα
Γ.Στίγκας, Η όραση θ'αρχίσει ξανά (2006), σ. 50.
Κάτι στενοχωριέται μέσα μου
θέλει να βγει στο ποίημα
καρφώνεται σαν σκλήθρα στο ποίημα
εισχωρεί μέσα του και το πρήζει
κάνει το ποίημα...
Aφού λοιπόν τα λόγια μου κυλάνε σαν χαλίκια
κι αφού η έρμη σκέψη μου παίρνει τις ανηφόρες
φοράω κι εγώ τις μπότες μου σηκώνω τα μανίκια
και πάω μοναχός μου σ’ άλλες χώρες...
Eφόσον οι ιδέες...
Αχ επανάσταση είσαι η χώρα του μεθαύριο
Μέσα στα μπούτια σου κοιμίζεις τους αιώνες
Απ’ τα μεγάφωνα διάγγελμα μακάβριο:
Με πτώση έκλεισαν οι λέξεις κι οι εικόνες
Στα πεζοδρόμια ταινίες εκτυλίσσονται
Κι απ’ τα μπαλκόνια τους...
Ειν’ το μυαλό μου μία στοίβα από τσιτάτα
που ορφανά αναζητούν έναν πατέρα
ή έναν γλύπτη που θα πλασει τη μορφή τους
είν’ το μυαλό μου κάτι ασύνδετα κομμάτια
είν’ το μυαλό μου μία δίνη από...
ήταν που είχαμε έρθει κοντά, πολύ κοντά, τόσο που ακουμπούσαν οι μύτες και οι κοιλιές μας, πηγαίναμε πακέτο που λένε, ήμασταν κολλητοί, μια οικογένεια, αδελφωθήκαμε, φίλα διακείμενοι ο ένας προς τον άλλο...
Έπιασαν ήδη από νωρίς
όλοι οι διαδικτυακοί μου φίλοι
να ξεσκονίζουν τα βιβλία τους
‒ ή μήπως τα ’χαν ήδη έτοιμα από χτες;
Γεμίσαμε ποιήματα χριστουγεννιάτικα
που αφθονούν στη νεοελληνική μας γραμματεία
(όπως επίσης και τα «Παιδικά»)∙
αλλά εγώ...