Δεν βγάζουν νόημα του κόσμου τα παράλογα
Σαν μελαμίνες ξεχυλώνουν τα εξάμετρα
Μπάζουν νερά πλέον κι οι άνθρωποι· ας φύγουν
Μόνο τα πράγματα που αγόρασα αξίζουν.
♦
Δεν σβήνω, όσο και να πίνω
Και να χορταίνω ηδονή, μία ακόμη
Χάδια, αφήσανε στα μπράτσα μου σημάδια
Φιλιά, που στον λαιμό μου τώρα πλέκουνε θηλιά
Λαγνεία, αντίδοτο...
Θα ξημερώσει μία Κυριακή και θα μάθεις πως Κυριακή γίνονται όλα τα σπουδαία κι αίφνης αμφοτερόπλευρη ημιανοψία –έχασα το φως μου– στο ενστικτώδες σκοτείνιασμα...
Είναι τα πόδια μου χτισμένα στο τσιμέντο
και απ' τις παλάμες μου φυτρώνουνε ιστοί
κάνω αναζήτηση μα έχει χαθεί το κέντρο
τρώω, κοιμάμαι κι αγαπιέμαι καθιστή.
*στη φωτογραφία,...