Η Νοσταλγία είναι ιδιόμορφη ερωμένη (καλοπληρωμένη πόρνη)
Μυρωδιές καλοκαιριού
γεύσεις χειμώνα
καθίσματα με φίλους
πιστούς συντρόφους
στο άκρο της γλώσσας
«Θυμάσαι τότε;»
τα γέλια γίνονται δάκρυα
Η Νοσταλγία είναι ιδιόμορφη εταίρα...
Θα φτάσω άραγε κάποτε προς τον νότο;
ε. β.
Εδώ τώρα ανάμεσα
Στο κατεστραμμένο της Βικτώριας οδόστρωμα
Και τις κατεβασμένες ως το σαγόνι μάσκες
Σκύλοι με κοιτάζουν αφυδατωμένοι
Οι φράουλες...
Σηκώθηκα τη νύχτα για κατούρημα.
Ακριβώς στο κέντρο της.
Από ένα τσίμπημα νομίζω ξύπνησα
της μύτης του διαβήτη που τον ύπνο περιγράφει.
Απ’ τον οντά στον καμπινέ,
ένα διαδρόμι...
χωρίς υπάλληλο στην έκδοση εισιτηρίων
ακόμη και με μάσκα ο μπάτσος ζέχνει
του τελευταίου συρμού, εμείς, σε αποστάσεις
βάρυνε η κιθάρα δέκα τόνους
χρόνια αξημέρωτα τα ίδια ακόρντα
δολώματα...
Κοιτάζομαι στον καθρέφτη μου και βλέπω τη Θάτσερ
Τον Καλιγούλα
Τον Ιούδα τον Ισκαριώτη
Τον γνωστό σκηνοθέτη
Εκείνους που «τα φάγανε» όσο εμείς δουλεύαμε
Τον Κορκονέα
Κοιτάζομαι στον καθρέφτη μου...
Θα ’θελα να μη διάβαζες εκείνα τα ποιήματα
Είναι ο υπέρηχος εξέταση επώδυνη
Και ο ραδιολόγος ένας ντέτεκτιβ που ψάχνει ύποπτες σκιές
Θα ’θελα να μη διάβαζες...