/.../
«Θα καθίσεις;».
Έσπρωξε με τους αγκώνες το βάρος του στα ξύλινα μπράτσα της καρέκλας, τίναξε το σώμα του μπροστά.
Η καρέκλα είχε ξεφτίσει, την είχε φάει η αλμύρα, για λόγους οικονομίας ο ιδιοκτήτης του café δεν την είχε αντικαταστήσει, τριάντα χρόνια να κοιτάει τη θάλασσα, τριάντα χρόνια τη χώριζε απ' τη θάλασσα ένα τοίχωμα, μια φτηνή οχυρωματική κατασκευή, ένας αέρας φύσηξε ξαφνικά και ξεκόλλησε μια φλοίδα σοβά απ' το τοιχάκι, ύστερα κι άλλη.
«Θα καθίσεις;».
Τα μάτια του είχαν θλίψη, μια θλίψη μεστωμένη, το γάλα τους είχε πήξει, ενώ άσπρο θαμπό, μέσα του βυθίζονταν δυο καταγάλανοι δίσκοι, όταν τον είδε να περνάει τυχαία, όταν τα μάτια του τον είδαν να περνάει, γέμισαν στάχτη από ξύλο σκληρό.
Δεν τον ρώτησε ξανά, αν τον ρώταγε, τα θραύσματα της φωνής του θα σκάγανε με πάταγο στη θάλασσα, άλλωστε δεν θα καθόταν, είχε-να πάει-κάπου-ήταν-επείγον, της μάνας του της είχε πέσει το ζάχαρο ή της είχε ανέβει, κρίσιμη κατάσταση, ίσως μια άλλη φορά.
Νύχτωσε.
Τα χέρια του από μακριά χάραζαν παγωμένα σχήματα στον αέρα.
*του Φωκά
... περισσότεραλιγότερα