Saligari

Red Gate – Ρόδος

Μου είπε η τύπισσα με τα χειροποίητα ρούχα, κοσμήματα...

Στον αέρα

Ο ήλιος παίρνει να δύει. Ο ουρανός χρωματίζεται με...

13 Αυγούστου

Διάβασα για κάτι Αύγουστους στην άδεια Αθήνα και θυμήθηκα...

Την πιο βαθιά ώρα της νύχτας

Τον Αύγουστο την πιο βαθιά ώρα της νύχτας μια λιτανεία σπάει...

οξύ κι’ αλόη

Δεν ξέρω πως είναι να μην έχεις βαθιά συναισθήματα....

Ο καπνός και τα σκουλήκια

της Μαριανίνας Καλοκαιρινού    Ήταν μια νεκρή στιγμή χωρίς καμιά κίνηση όταν έσβησαν τα φώτα από μόνα τους, γιατί δεν χρειαζόταν να υπάρχουν. Ένας καπνός μόνο φύσαγε από τα στόματα που ξεχάστηκαν έξω, τα παγωμένα μάτια είναι πάντα μπλε και σιωπηλά. Οι...

Μετρώντας τα κόκαλα του δείκτη

Μέχρι πρότινος πίστευα ότι αναμονή σημαίνει να κοιτάζω τα πορτοκαλί γράμματα του πίνακα για την άφιξη του μετρό ή οι στιγμές που γέμιζα με μουσική μέχρι ο θερμοσίφωνας να ζεστάνει το νερό...

Λέξεις, Κλειδιά:

Τραγούδια, πόνος, θάλασσα, Δημήτρης Μητροπάνος, δαχτυλίδι, κορώνα, εξαφανίστηκες, περιμένω, ναι, κι άλλο, αχ, όχι άλλο, καλοκαίρι, με τσίμπησες, άουτς, οι πρώην, οι νυν, δεν θέλω, φεύγω, φοράει γυαλιά; έχει μουστάκι; φαντάζομαι, ταυτίζομαι, θα έρθεις; θα έρθω αλλά, δεν μπορώ, δεν μπορώ να ανέβω, ανέβα...

Τυχάρπαστοι του κόσμου

Ένα μέρος δέσμιο μιας εποχής, της νιότης μου. Έχω πληρώσει το μερίδιό μου, έχω δώσει πίσω αυτό που μου αναλογεί και ήρθε η ώρα να αντικαταστήσω τα πάθη μου με χλιαρά υποκατάστατα...

Πόσο σπουδαίος

Της Μαρίας Τζιαούρη-Χίλμερ Κάποτε ήμουν πολύ καλός επαγγελματίας. Υπήρξε μια εποχή που όλοι ήθελαν να έρθουν στο ιατρείο. Οι ασθενείς έπιναν νερό στο όνομά μου. «Με έκανες καινούργιο άνθρωπο, γιατρέ μου. Σαν εσένα...

Κεφάλαιο 88

Κι η καρδιά μου έγινε σαν πάσσαλος να ανέβει πάνω του ο κισσός να φτάσει στον ήλιο υποθέτω. Το στήθος μου έγινε έδαφος νωπό, μια Τρίτη καθημερινή, μια οποιαδήποτε μέρα για τους...

Θαύμα γρήγορης φρίκης

στον Π.Κ με μεταμέλεια Αναμένω την ώρα που ο Kρίνος από διάφανος θα βγάλει οστά ναι! με γένος και είδος «σωστά» όχι βάτραχος, όχι γυρίνος   Αναμένω την ώρα εκείνη που πια τέρψη δεν θ' αντλώ απ'...

Εγκλωβισμένος σε μια άχρωμη πόλη

Του Μανώλη Βασιλάκη Κοιτάζοντας στοχαστικά την άδεια, λευκή λεωφόρο μου ’ρχεται πάλι ξάφνου μια σκέψη από παλιά   και εκεί που τα κατάφερα και πάλι να τη διώξω, να την, ξεπροβάλλει μέσα απ’ τον χιονιά   είναι αλήθεια βάρβαρο...